Η ανασκαφική έρευνα στη Βασιλική Δ υλοποιείται υπό τη διεύθυνση της επίτιμης Εφόρου Αρχαιοτήτων δρος Ευγενίας Χαλκιά και η παράταση χορηγείται, επειδή η εν λόγω έρευνα θα συντελέσει στην πλήρη αποκάλυψη του ναού και στην αποσαφήνιση της εικόνας του, αλλά και στη σχεδιαστική αποτύπωση όλου του ανασκαμμένου χώρου και ενσωμάτωσή του στο γενικότερο τοπογραφικό της Βασιλικής Δ και εν γένει της παλαιοχριστιανικής Νικόπολης.
Κατά το τρέχον έτος προγραμματίζονται οι εξής εργασίες:
-Ολοκλήρωση της αποκάλυψης του ανατολικού τμήματος της αυλής (τετράγωνα Δ7 και Δ8),
-Έναρξη διερεύνησης του χώρου δυτικά του δυτικού τοίχου του αιθρίου (τετράγωνο Α5).
Η ανασκαφική έρευνα στη Βασιλική Β υλοποιείται υπό τη διεύθυνση της επίτιμης Εφόρου Αρχαιοτήτων δρος Βαρβάρας Παπαδοπούλου και η παράταση χορηγείται, επειδή η εν λόγω έρευνα θα συντελέσει ουσιαστικά στην πλήρη αποκάλυψη του Βαπτιστηρίου και στην αποσαφήνιση της εικόνας του ναού, αλλά και στην αποτύπωση και ενσωμάτωση των νέων αρχιτεκτονικών καταλοίπων στο γενικότερο τοπογραφικό της Βασιλικής Β και εν γένει της παλαιοχριστιανικής Νικόπολης.
Βασιλική Δ
Πάνω στον χαμηλό λόφο Καραούλι, με θέα στον Αμβρακικό, έξω από τα τείχη της παλαιοχριστιανικής Νικόπολης αλλά μέσα και κοντά στα ρωμαϊκά τείχη και τη Νοτιοανατολική τους Πύλη, βρίσκεται η Βασιλική Δ. Εντοπίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 κατά τις εκσκαφές του ΟΤΕ για την εγκατάσταση κεραίας ασυρμάτου. Η θέση της έξω από τη χριστιανική πόλη και οι ταφές που βρέθηκαν στο εσωτερικό της οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο ναός θα πρέπει να σχετίζεται με ένα από τα χριστιανικά κοιμητήρια.
Η Βασιλική Δ είναι τρίκλιτη, ξυλόστεγη, με τριμερές προεξέχον εγκάρσιο κλίτος, νάρθηκα με προσκτίσματα και αίθριο. Η προέκταση του βόρειου και του δυτικού τοίχου του αιθρίου πέρα από τη βορειοδυτική γωνία του μαρτυρεί την ύπαρξη στοάς, η οποία εξασφάλιζε προφανώς την κύρια πρόσβαση στο ναό από τον δρόμο.

Δύο θύρες οδηγούν στον νάρθηκα, που σώζει μικρό τμήμα από το ψηφιδωτό δάπεδό του. Στο κέντρο του δαπέδου, ανάμεσα σε γεωμετρικά σχέδια, εικονίζεται στεφάνι με πολύχρωμα άνθη και καρπούς, τα οποία συγκρατεί ελισσόμενη ταινία. Πρόκειται για συχνότατο στη γλυπτική διακοσμητικό θέμα, σπάνιο όμως στη διακόσμηση ψηφιδωτών δαπέδων, στοιχείο ενδεικτικό της υψηλής και πρωτότυπης καλλιτεχνικής ποιότητας του εργαστηρίου της Νικόπολης.
Στενό άνοιγμα στον νότιο τοίχο του νάρθηκα οδηγεί σε μικρό διαμέρισμα, πιθανότατα το διακονικό, με αψίδα στη νότια πλευρά και ψηφιδωτό δάπεδο. Τρεις θύρες στον ανατολικό τοίχο του νάρθηκα, με ευρύτερη την κεντρική, τη βασίλειο πύλη, η οποία διέθετε αρχικά πολυτελές μαρμάρινο περιθύρωμα, οδηγούσαν στον κυρίως ναό. Δύο σειρές έξι κιόνων ιωνικού ρυθμού, οι οποίες διαμόρφωναν τα τρία κλίτη του, συνεχίζουν στο εγκάρσιο κλίτος. Το δάπεδο του κεντρικού κλίτους έφερε πολυτελές μαρμαροθέτημα (opus sectile), ενώ στα δυο πλάγια κλίτη διατηρείται, σε αξιόλογο ποσοστό, το μαρμαροθέτημα με πολύχρωμα ακανόνιστα πλακίδια (opus segmentatum).
Το ελαφρώς υπερυψωμένο δάπεδο του ιερού βήματος ήταν διακοσμημένο με μαρμαροθέτημα ανάλογο με εκείνο του κεντρικού κλίτους. Από την αγία τράπεζα διατηρείται μόνο η βάση της. Εκατέρωθεν της τράπεζας βρίσκονται τα κτιστά συμψέλλια, και ανατολικότερα, στην αψίδα, το ημικυκλικό βαθμιδωτό βάθρο όπου τοποθετούνταν ο θρόνος του επισκόπου.
Τα δύο πτερύγια του εγκάρσιου κλίτους επικοινωνούν με το ιερό βήμα και τα πλάγια κλίτη με δίβηλο. Στο βόρειο διαμέρισμα, κάτω από τις πλάκες, βρέθηκε μαρμάρινη σαρκοφάγος και κτιστός κιβωτιόσχημος τάφος, ο οποίος περιείχε τα οστά τουλάχιστον έξι νεκρών. Μέσα στην εξαιρετικής καλλιτεχνικής ποιότητας σαρκοφάγο, προϊόν εργαστηρίου γλυπτικής της Κωνσταντινούπολης, βρέθηκαν διαλυμένα τα οστά του νεκρού χωρίς το κρανίο. Η προνομιακή θέση της ταφής δίπλα στο ιερό βήμα, μέσα στην πολυτελή σαρκοφάγο, επιτρέπει το συμπέρασμα ότι πρόκειται για μάρτυρα, στον οποίο θα ήταν αφιερωμένος ο ναός. Την παραπάνω υπόθεση ενισχύει η ύπαρξη του παρακείμενου τάφου, ο οποίος ερμηνεύεται ως ταφή ad sanctum, ταφή δίπλα σε μάρτυρα, η οποία εξασφάλιζε τη σωτηρία της ψυχής.
Αντίστοιχο μικρό διαμέρισμα περιφραγμένο με θωράκια υπάρχει και στο νοτιοδυτικό τμήμα του νότιου διαμερίσματος, το «πρόχειρον παστοφόριον» κατά τον Ορλάνδο. Η έρευνα κάτω από το δάπεδο αποκάλυψε την ύπαρξη δύο κιβωτιόσχημων τάφων με δεκαοκτώ νεκρούς. Η αποκάλυψη αυτή ενισχύει την άποψη ότι αντίστοιχα διαμερίσματα παλαιοχριστιανικών βασιλικών προορίζονταν και για την ταφή αξιωματούχων του κλήρου και προβεβλημένων πολιτών. Η ερμηνεία της βασιλικής ως κοιμητηριακής ενισχύεται και από το ενεπίγραφο θραύσμα επιτάφιας στήλης χριστιανικών χρόνων που βρέθηκε στην περιοχή της αψίδας από τους πρώτους ανασκαφείς.
Αξιόλογο είναι το σύνολο των γλυπτών της βασιλικής ορισμένα από τα οποία ήταν εισηγμένα, ειδική παραγγελία για τη βασιλική.
Η ανέγερση της Βασιλικής Δ τοποθετείται στο πρώτο μισό του 6ου αι., χρονολόγηση που στηρίζεται κυρίως στον τύπο των αρχιτεκτονικών γλυπτών και στα ψηφιδωτά δάπεδα του νάρθηκα και του διακονικού.
Η θέση της Βασιλικής Δ έξω από τη χριστιανική πόλη και οι ταφές που βρέθηκαν στο εσωτερικό της, οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο ναός θα πρέπει να σχετίζεται με ένα από τα χριστιανικά κοιμητήρια. (πηγή: actianicopolisarchaeopark.gr)
Βασιλική Β (του Αλκίσωνος)
Η Βασιλική Β, γνωστή και ως βασιλική του επισκόπου Αλκίσωνος, βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της παλαιοχριστιανικής Νικόπολης, πενήντα περίπου μέτρα ανατολικά από το δυτικό σκέλος των τειχών της. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο εκκλησιαστικό συγκρότημα συνολικής έκτασης 5.900 τ.μ. περίπου, το οποίο περιλαμβάνει την επιβλητική βασιλική, το μερικώς ανασκαμμένο βαπτιστήριο και διάφορα άλλα προσκτίσµατα. Λόγω του μεγάλου μεγέθους της αλλά και της πολυτελούς κατασκευής της θεωρείται ο καθεδρικός ναός της Νικόπολης και η έδρα του μητροπολίτη. Η εκκλησία ανήκει στον τύπο της πεντάκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με τριμερές εγκάρσιο κλίτος, το οποίο δεν εξέχει των πλαγίων πλευρών. Άγνωστο παραμένει σε ποιον άγιο ήταν αφιερωμένος ο ναός.

Δυτικά του ναού διέρχεται κεντρικός δρόμος της ρωμαϊκής πόλης με κατεύθυνση Β-Ν (cardo). Κατά μήκος της δυτικής πλευράς του ναού και των προσκτισμάτων του, ο δρόμος ήταν στεγασμένος εν είδει στοάς η οποία είχε δύο μνημειακές κύριες εισόδους, νότια και βόρεια, που έφεραν τριπλά ανοίγματα (τρίβηλα). Κάτω από το δάπεδο διέρχεται μεγάλος κτιστός αγωγός, που ανήκει στο σύστημα αποχέτευσης της ρωμαϊκής περιόδου.
Οι στοές του αιθρίου έφεραν ψηφιδωτά δάπεδα, διακοσμημένα με μεγάλους σηρικούς τροχούς, μέσα στους οποίους εγγράφονται γεωμετρικά κυρίως θέματα. Στο ανατολικό τμήμα του αιθρίου, και σε επαφή με τον τοίχο του νάρθηκα, υπάρχουν κατάλοιπα μιας ορθογώνιας κτιστής δεξαμενής, το νερό της οποίας έπεφτε σε σειρά μαρμάρινων λεκανών.
Ανατολικά του αιθρίου βρίσκεται ο νάρθηκας, το δάπεδο του οποίου έφερε ψηφιδωτό διάκοσμο με γεωμετρικά σχέδια. Την κεντρική, βασίλειο πύλη, που έφερε μαρμάρινο περιθύρωμα με κοιλόκυρτα κυμάτια, την αναστήλωσε ο Αναστάσιος Ορλάνδος το 1964. Τέσσερις κιονοστοιχίες, από δώδεκα μονολιθικούς κίονες η καθεμιά, διαμόρφωναν τα πέντε ανισοπλατή κλίτη του κυρίως ναού.
Κεντρική θέση στο ιερό κατέχει η αγία τράπεζα, την οποία επιστέγαζε μαρμάρινο κιβώριο, στηριγμένο σε τέσσερις κίονες. Στην αψίδα του ιερού βρίσκεται χτιστό πόδιο με πέντε ημικυκλικές σειρές βαθμίδων, πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένος ο θρόνος του επισκόπου. Σε χαμηλότερα δίβαθμα έδρανα, τα συμψέλλια, εκατέρωθεν του ποδίου κάθονταν οι ιερείς. Πίσω από το πόδιο διαμορφώνεται το κύκλιον. Ανασκαφική έρευνα εξωτερικά της αψίδας εντόπισε τη συνέχεια του ρωμαϊκού οικοδομήματος και τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου με απεικόνιση βουκολικής σκηνής, εξαιρετικής καλλιτεχνικής ποιότητας.
Στο μέσο περίπου της νότιας πλευράς του κεντρικού κλίτους διατηρούνται κατάλοιπα του άμβωνα με κυλινδρικό μαρμάρινο βάθρο από πεντελικό μάρμαρο, που φέρει περιμετρικά ανάγλυφη παράσταση Αμαζονομαχίας και στήριζε παλαιότερα χάλκινο κολοσσιαίο ανδριάντα του 2ου αι. μ.Χ. Κατά την ενσωμάτωση του βάθρου στην κατασκευή του άμβωνα, τμήμα της παράστασης απολαξεύτηκε και αντικαταστάθηκε με ψηφιδωτό διάκοσμο, από τον οποίο διατηρούνται δυο προτομές μορφών μέσα σε στρογγυλά εγκόλπια.
Σε μικρή απόσταση βόρεια του ναού βρίσκεται επίμηκες οικοδόμημα που ταυτίζεται με το Βαπτιστήριο. Τα προσκτίσματα στη νοτιοδυτική πλευρά του ναού διαμορφώνονται περιμετρικά μικρού πλακόστρωτου αιθρίου, μέσα στο οποίο υπάρχουν δυο πηγάδια. Σε ένα από αυτά χρησιμοποιήθηκε ως προστομιαίο ένας κυλινδρικός βωμός, αφού λαξεύτηκε ο πυρήνας του. Ο βωμός ήταν αφιερωμένος στον Ασκληπιό, σύμφωνα με την επιγραφή ΑCΚΛΗΠΙΟΥ που διατηρείται στην επιφάνειά του. Τα προσκτίσματα έχουν ορθογώνια ή αψιδωτή κάτοψη και δάπεδα στρωμένα με μαρμαροθετήματα ή ψηφιδωτά, ενώ η αποκάλυψη δύο κλιμάκων πιστοποιεί την ύπαρξη ορόφου. Το δάπεδο άγνωστης χρήσης χώρου ήταν διακοσμημένο με θαυμάσιο ψηφιδωτό, παρόμοιο με εκείνο του νάρθηκα της βασιλικής. Αποσπασματικά σωζόμενη επιγραφή, ανέφερε τον κτήτορα επίσκοπο Αλκίσωνα, τον γνωστό επίσκοπο της Νικόπολης, που έζησε στους χρόνους του αυτοκράτορα Αναστασίου (491-518μ.Χ.) και στον οποίο αποδίδεται η ανέγερση των νοτιοδυτικών προσκτισμάτων.
Η ανέγερση της Βασιλικής Β τοποθετείται στα μέσα ή στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Σε γενικές γραμμές διακρίνονται τρεις οικοδομικές φάσεις παρεμβάσεων μετά την ανέγερση του ναού. Η πρώτη συνδέεται με τον επίσκοπο Αλκίσωνα, στα τέλη 5ου-αρχές 6ου αι., και πάντως πριν από το 516, έτος θανάτου του. Η δεύτερη φάση τοποθετείται στα μέσα του 6ου αι. και συνδέεται με τον επίσκοπο Δομέτιο (πιθανόν τον Δομέτιο Β). Η τρίτη φάση χρονολογείται στα τέλη του 6ου με αρχές του 7ου αι. και αφορά επεμβάσεις στο αίθριο, στα προσκτίσματα και τη στοά δυτικά της βασιλικής. (πηγή: actianicopolisarchaeopark.gr)

